Οι αιώνες περνούσαν χωρίς να τολμώ να της μιλήσω, από το χαμόσπιτο της γειτονιάς περνούσα από μακριά ,νόμιζα ότι ήταν έτοιμο να πέσει, το κροτάλισμα από τους σκουριασμένους μεντεσέδες στα πατζούρια του, φάνταζαν να με φωνάζουν κοροϊδευτικά .
-Δε σ’ αγαπά, κριιιιιι…κριιι δε σ’ αγαπά, κριιιιι…κριιι δε σ’ αγαπά …….
Κάθε φορά που περνούσα ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα κλωτσούσα με μανία τις πέτρες που βρίσκονταν στο διάβα μου.
Μα πως γίνεται, η λάμψη στα μάτια της ; Το γέλιο της όταν μ’ έβλεπε ; Η επιμονή της κάθε φορά να μείνουμε λίγο ακόμη ;
Τόσο λάθος έκανα ; Μήπως είναι δημιούργημα της φαντασίας μου, μήπως είναι μόνο στο δικό μου μυαλό ;
Οι συναντήσεις μας ήταν τυχαίες στο δρόμο ή την έβλεπα σε κάποιο διπλανό τραπέζι ,να με κοιτά με τα μεγάλα της μάτια ,όπως την πρώτη φορά , να πετούν φωτιές κι άλλοτε ανέκφραστα να περιπλανώνται στο πρόσωπό μου.
Θα της ζητήσω να βρεθούμε, πρέπει να καταλάβω, μήπως είναι απλά ένας δικός μου ενθουσιασμός και τίποτα παραπάνω κι από ευγένεια δεν με απορρίπτει. Κάτι πρέπει να κάνω, θα αποφύγω να την βλέπω και όσο αυτό δεν το χρειάζομαι τόσο θα παρατείνω την αποχή μέχρι να μην την σκέπτομαι καθόλου.
Αυτό και έκανα, το επόμενο απόγευμα δεν πήγα στην συνηθισμένη διαδρομή έξω από το χωριό που ήξερα ότι θα πάει, υπολόγισα την ώρα για να πάω αφού θα είχε φύγει για το σπίτι της, η ατυχία μου όμως ήταν μεγάλη ,δεν ξέρω το λόγω αλλά το βράδυ εκείνο καθυστέρησε να φύγει και συναντηθήκαμε.
Θα ήταν μεγάλη αγένεια να μην την χαιρετίσω, της έγνεψα με τα μάτια μου ένα χαιρετισμό που μου τον ανταπέδωσε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο.
Προσπέρασε μιλώντας φωναχτά με κάποιους φίλους της παρέας μας, αισθάνθηκα ένα σφίξιμο στο στήθος μου, σαν να μ’ έσφιγγαν τα ρούχα μου, να δυσκόλευαν την αναπνοή μου, κάτι ανεξήγητο μ’ ενοχλούσε, ήρθε πάλι στη σκέψη μου, που πάει τώρα, ποιος θα την συνοδέψει σπίτι της , κάποιος άλλος ακούει το γέλιο της, κάποιος άλλος τη βλέπει να χαμογελά.
Χριστέ μου, βοήθησέ με να τη βγάλω απ’ τη σκέψη μου, τι είναι αυτό που μου συμβαίνει, ας μην ζήσω να την δω να κάνει άλλον ταίρι. Μα τι σκέπτομαι τώρα, δεν είναι δυνατόν να μου λείπει τόσο πολλή η αγάπη της, γιατί αυτή ; τόσες ωραίες κοπέλες γύρω μου και δεν έχω μάτια για καμία.
Το αποφάσισα, θα της ζητήσω να βρεθούμε μήπως και τελειώσει το μαρτύριό μου, πώς να τελειώσει, τέλος πάντων θα το κάνω.
Tη βρήκα ξανά, τα πατζούρια μύρισαν πάλι κέδρο, τα λιμοντιράκια άρχισαν πάλι να τρέχουν σκανδαλιάρικα στις χαραμάδες, αυτή τη φορά εμφανίστηκαν και μερικά μικρά σημάδι ότι η φύση φροντίζει με μοναδική απλότητα ότι οι άνθρωποι κάνουν δύσκολο.
Κάθισε δίπλα μου, το βλέμμα της χάιδεψε το πρόσωπό μου, οι φωτεινές ακτίνες των λαμπερών ματιών της χώθηκαν βιαστικά στα μάτια μου, άλλοτε ν’ ακτινοβολούν κι άλλοτε πάλι να σβήνουν σαν φωτάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο , στο πρόσωπό της να λάμπει το πιο γλυκό χαμόγελο που χω δει στη ζωή μου . Αυτός λοιπόν είναι ο έρωτας ;
Kράτησα το χέρι της στην παλάμη μου, η βελουδένια της επιδερμίδα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω, μου φάνταζε απίστευτο ότι κρατούσα το χέρι της, ούτε καν ανάσαινα λες και φοβόμουν ότι θα το καταλάβει και θα το τραβήξει.
-Ξέρεις άρχισα να ψελλίζω δειλά, δεν θέλω να σε χάσω κι ότι αναπνέω δίπλα σου μου αρκεί , είσαι όλος ο κόσμος για μένα, ένα δάκρυ σου θα με πληγώσει περισσότερο από το να γκρεμιστούν όλα γύρω μου και να ξέρεις ότι δεν θα αφήσω να δακρύσεις ποτέ. Δεν ξέρω τι νοιώθεις για μένα ,δεν ξέρω αν φτερουγίζει και δική σου καρδία όπως η δική μου όταν σε σκέπτομαι, δεν ξέρω αν έχουν την ίδια μεγάλη διάρκεια και για σένα οι ώρες μέχρι να σε δω φευγαλέα στο δρόμο και να γεμίσει το σύμπαν το χαμόγελό σου . Δεν ξέρω τι επιφυλάσσουν ο Θεός και οι άνθρωποι για τον καθένα μας, πρέπει όμως να ξέρεις ότι αυτό που ζω αυτή τη στιγμή μαζί σου είναι μοναδικό και πρωτόγνωρο για μένα.
Κάθε φορά που σε κοιτώ η καρδιά μου πάει να σπάσει, όταν μου μιλάς σταματά για να μην χάσω ούτε λέξη από τα χείλη σου. Όταν δεν σε βλέπω είσαι πάντα στα όνειρα μου. Κάθε σου σκέψη, μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο και με παρασύρει.
Είσαι δίπλα μου, ανασαίνω την αναπνοή σου, σ’ αγαπώ και δε σ’ αφήνω, δε σ’ αγαπώ για να μ’ αγαπήσεις, σ’ αγαπώ, γιατί εσένα αγαπώ.
-Σε παρακαλώ μην επιμένεις δεν είναι σωστό ψέλλισε, τα λόγια της ξεκάρφωτα, άχαρα, το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά, τα μάτια της γυάλιζαν , το ροδαλό χρώμα στα μάγουλά της είχε γίνει κόκκινο, πως ήταν δυνατόν να κρύψει το φτερούγισμα της ψυχής της με λόγια, πως να καλύψουν τα λόγια της τους κτύπους της καρδιάς της που ακούγονταν στο δρόμο.
Συνέχισα να της κρατώ το χέρι ,πλησίασα το πρόσωπό μου στο δικό της ,τα χείλη της τρεμοπαίζανε ,το άρωμα της γέμισε την ανάσα μου ακούμπησα τα χείλη μου στα δικά της, έμεινε για λίγο και τραβήχτηκε.
-Σε παρακαλώ δεν είναι σωστό, ου ζήτησα να μείνουμε έτσι δεν μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο και έφυγε βιαστικά από κοντά μου.
Χωρίσαμε αμίλητοι ,πίσω μου τα παντζούρια άρχισαν πάλι το τραγούδι τους
-Δε σ’ αγαπά, δε σ’ αγαπά, δε σ’ αγαπά………
Και τα δευτερόλεπτα που έζησα πριν λίγο; ήταν ψέμα ;
Πήρα μια μεγάλη πέτρα και την πέταξα πάνω στα παντζούρια
προς στιγμή μάγκωσαν και σταμάτησαν το τραγούδι τους αλλά πριν προλάβω να φύγω άρχισαν πάλι όλα μαζί.
-Δε σ’ αγαπά, κριιιιιι, είσαι δειλός τα βάζεις μαζί μας, κριιιιιι….δε σ’ αγαπά…κριιιιι….κριιι
Έφυγα τρέχοντας κλείστηκα στο δωμάτιό μου και δεν ήθελα να κάνω τίποτα, όλα μου φάνταζαν περιττά, τίποτα δεν με συγκινούσε, όλα φάνταζαν άχρωμα, ένοιωθα ένα μεγάλο βάρος στη ψυχή μου, κάτι προσπαθούσε να με πνίξει, κάτι με πλάκωνε μου δυσκόλευε την αναπνοή, η σκέψη μου είχε παραλύσει δεν μπορούσα να σκεφτώ, βαθιά μέσα στο μυαλό μου λέξεις προσπαθούσαν να βρουν δρόμο στη σκέψη μου και να βοηθήσουν, να δώσουν κάποιο διέξοδο.
-Έχει δίκιο σωστά φέρθηκε, είναι μια σοβαρή κοπέλα.
-Αν σ’ αγαπούσε θα φερόταν διαφορετικά δεν αξίζει την αγάπη σου.
-Μα πως μπορείς να τη θέλεις σιγά την καλλονή, το σώμα της δεν βλέπεται.
-Δεν επέμενες πολλή. Λάθος χρόνο επέλεξες να της μιλήσεις.
-Τι γλυκιά μουσουδίτσα έχει, θέλεις να τη δαγκώσεις.
-Τα έβαλες κάτω έχασες την αυτοπεποίθηση σου .
Ο πόλεμος στη ψυχή μου συνεχιζόταν ακατάπαυτα χωρίς να ξέρω την έκβαση του. Μου ήταν αδύνατο να ελέγξω τη σκέψη μου, τα συναισθήματα μου, ήθελα να λιποθυμήσω να μην σκέπτομαι, να μεθύσω να φύγει απ’ το μυαλό μου, απίστευτα, άγνωστα , πρωτόγνωρα συναισθήματα.
Η λογική με το συναίσθημα να κονταροχτυπιούνται αλύπητα να μην υποχωρεί κανείς ,ο καθένας με τα ατράνταχτα επιχειρήματά του.
Άκαμπτη η λογική να επιμένει με ακλόνητα επιχειρήματα, δεκάδες παραδείγματα να περνά μπρος τα μάτια μου σαν κινηματογραφική ταινία. Να κάθεται προκλητικά στο θρόνο της δίνοντας την εντύπωση ότι κανείς δε μπορεί να την κατεβάσει κι αν το κάνει θα του κοστίσει. Αυτοί που την αγνοούν χάνουν την καλή μαρτυρία των συνανθρώπων τους, θα παραδοθούν στη χλεύη, θα απαξιωθούν, θα γίνουν παράδειγμα προς αποφυγή, θα ζήσουν στην περιφρόνηση .
Κι από την άλλη το συναίσθημα να κάθεται στη γωνία συμμαζεμένο, τρέμοντας από την υπερένταση κι άλλοτε να ξεπετάγεται ν’ απλώνει τα χέρια του σαν να θέλει να πετάξει και να φωνάξει.
-Θα σε νικήσω άκαρδη, ποτέ δε με κέρδισες , σύμμαχοι σου είναι όσοι με ζηλεύουν, γιατί εγώ έχω σύμμαχο την αγάπη κι αυτή είναι άπειρη και διαχρονική, χωρίς αυτή δεν υπάρχει ζωή, φυτρώνει χωρίς να την φυτέψεις, αναπτύσσεται αυθαίρετα στις καρδιές των ανθρώπων , χωρίς αυτή γέλιο δεν χαράσσει το πρόσωπό τους ,κρυώνουν το καλοκαίρι και ζεσταίνονται το χειμώνα, τα λουλούδια μοιάζουν ασπρόμαυρα, τα πουλιά δεν τραγουδούν. Άτυχη λογική, δεν κατάφερες να δεις τη λάμψη στο πρόσωπο ερωτευμένου και πώς να το δεις, στο κρύβουν οι ανέραστοι με επιχρίσματα κανόνων ηθικής.
Αποκαμωμένος με πήρε ο ύπνος επάνω στο κρεβάτι φορώντας τα ρούχα μου, περασμένες 2 δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν κοιμόμουν ή ήμουν ξύπνιος, μια φιλική μορφή, μια κοινή μας φίλη ήταν μπροστά μου και μου μιλούσε με αυστηρό τρόπο.
-Μα τι κάνεις, δε σε αναγνωρίζω, να πας να την βρεις, δεν καταλαβαίνεις ότι σε περιμένει , σε αγαπά, δεν το νοιώθεις ;
Ξύπνησα να κάθομαι όρθιος στο κρεβάτι, ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα, αχ πόσο θα ήθελα να αγκαλιάσω τη φίλη μου. Αυτό που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να γράψω αυτά που είχα μέσα μου και με πονούσαν, ήθελα να τα βγάλω, να τα γράψω και να τα διαβάσω χίλιες φορές, σαν να είναι η πρώτη φορά.
Θεέ μου, λυπήσου τ’ άμοιρο το μοναχό τρυγόνι
που στ’ όνειρο του έβλεπε τ’ όνειρο να τελειώνει
λυπήσου ακόμη μια ψυχή π’ από καημό ματώνει
λυπήσου τη, αλλ’ όνειρο δεν έχει να προσμένει
πάρτη, πάρτη από τη ζωή, άλλο μην περιμένει
Γλυκεία μου εσύ, π’ αν μ’ αγαπάς δεν θέλεις για να ξέρω
Μήτε κι απ’ την αγάπη σου αν έχω να προσμένω
Χαλάλι σου είναι η καρδία, χαλάλι κι η ζωή μου
Κι όλος ο πόνος κι καημός κι η λύπη όλη δική μου
Μη με λυπάσαι χωρίς να βλέπω μπορώ να ζω
Μη με λυπάσαι χωρίς να ακούω μπορώ να ζω
Μη με λυπάσαι κι αν στις φλόγες σου καώ
Σα κτυπά για σένα η καρδιά μου, τα μπορώ
Όμως λυπήσουμε για το Θεό, χωρίς αυτή να ζήσω δε μπορώ
Κι αθέλητα, μεσ’ τη βροχή μαζί σου πήρες από καιρό
Μ’ αν πάλι έτσι είναι ο έρωτας, αν έτσι κι η αγάπη
Θεέ μου χίλια ευχαριστώ που μ’ έκανες να ζήσω
Για τα γλυκά ματάκια της, αγάπη, τόση να νοιώσω
Κι ότι κι’ αν θέλεις ζήτα μου, εγώ θα το πληρώσω.
Αλήθεια, τι ωραία μηχανή ο εγκέφαλος, παράγει ευτυχία συμπαρασύρει τα πάντα η δύναμη του, μπορεί να εναλλάσσει την ευτυχία με τη δυστυχία με απίστευτη ταχύτητα ,εκεί που νομίζεις ότι έχασες τον κόσμο αισθάνεσαι να τον έχεις όλο μέσα την αγκαλιά σου, Θεέ μου τι ομορφιά , τι καλύτερο δώρο μπορούσες να δώσεις στους ανθρώπους ;;
Συνεχίζεται ..
Αλέξανδρος